
Τα βασικά δικαιώματα υπερχρεωμένου δανειολήπτη σήμερα
- 14 Ιουλ
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Η καθυστέρηση μιας δόσης δεν σημαίνει ότι ο δανειολήπτης χάνει τον έλεγχο της υπόθεσής του. Ακόμη και όταν η οφειλή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, έχει μεταβιβαστεί ή διαχειρίζεται από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, τα βασικά δικαιώματα υπερχρεωμένου δανειολήπτη σήμερα παραμένουν ουσιαστικά. Το κρίσιμο είναι να ασκηθούν έγκαιρα, με πλήρη γνώση του φακέλου και χωρίς κινήσεις πανικού.
Ο υπερχρεωμένος πολίτης ή επιχειρηματίας δεν χρειάζεται γενικές διαβεβαιώσεις. Χρειάζεται να γνωρίζει τι μπορεί να ζητήσει από την τράπεζα ή τον servicer, πότε μπορεί να επιδιώξει ρύθμιση, ποιες προθεσμίες δεν πρέπει να χαθούν και πότε απαιτείται άμεση νομική παρέμβαση. Κάθε υπόθεση εξαρτάται από το ύψος και το είδος των χρεών, τα εισοδήματα, την ακίνητη περιουσία, τυχόν εγγυητές και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία.
Βασικά δικαιώματα υπερχρεωμένου δανειολήπτη σήμερα
Το πρώτο δικαίωμα είναι η σαφής και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Ο δανειολήπτης δικαιούται να γνωρίζει ποιος είναι ο σημερινός δικαιούχος ή διαχειριστής της απαίτησης, ποιο είναι το ακριβές υπόλοιπο, πώς έχουν υπολογιστεί κεφάλαιο, τόκοι, έξοδα και επιβαρύνσεις, καθώς και ποιες συμβάσεις ή εξασφαλίσεις συνδέονται με την οφειλή.
Η ενημέρωση αυτή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Ένας λανθασμένος υπολογισμός, μια άγνωστη καταγγελία σύμβασης ή μια μη ορθή επίδοση εγγράφου μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη στρατηγική άμυνας ή διαπραγμάτευσης. Πριν από οποιαδήποτε αποδοχή ρύθμισης, απαιτείται έλεγχος του ιστορικού της οφειλής και των όρων που προτείνονται.
Ο δανειολήπτης έχει επίσης δικαίωμα να αντιμετωπίζεται με διαφάνεια κατά την επικοινωνία και τη διαχείριση της υπόθεσής του. Οι πιεστικές τηλεφωνικές οχλήσεις, η ασαφής πληροφόρηση ή η δημιουργία εντυπώσεων ότι δεν υπάρχει καμία λύση δεν αποτελούν υποκατάστατο μιας νόμιμης και τεκμηριωμένης διαδικασίας. Η επικοινωνία πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένα δεδομένα και όχι σε προφορικές υποσχέσεις που δεν αποτυπώνονται εγγράφως.
Δικαίωμα ουσιαστικής εξέτασης για ρύθμιση
Η οικονομική δυσχέρεια δεν συνεπάγεται αυτομάτως διαγραφή χρέους. Δίνει όμως στον οφειλέτη τη δυνατότητα να ζητήσει αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και να προτείνει βιώσιμη λύση. Στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών, η ανταλλαγή οικονομικών στοιχείων και η συνεργασία των πλευρών έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει επιμήκυνση διάρκειας, μειωμένη δόση για ορισμένο διάστημα, διαχωρισμό της οφειλής, αναδιάρθρωση επιτοκίου ή, όπου δικαιολογείται, διαγραφή μέρους της απαίτησης. Δεν είναι όλες οι λύσεις κατάλληλες για όλους. Μια χαμηλή δόση με υπερβολικά μακρά διάρκεια μπορεί να αποδειχθεί ακριβή, ενώ μια φαινομενικά ευνοϊκή πρόταση μπορεί να περιέχει όρους που πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.
Η πλήρης και ακριβής υποβολή στοιχείων είναι καθοριστική. Εισοδήματα, οικογενειακές υποχρεώσεις, ακίνητα, καταθέσεις, επιχειρηματικά δεδομένα και λοιπές οφειλές πρέπει να αποτυπώνονται με συνέπεια. Η απόκρυψη ή η ανακρίβεια δεν ενισχύει τη θέση του οφειλέτη. Αντίθετα, μπορεί να δυσχεράνει μια ρύθμιση ή να δημιουργήσει προβλήματα σε μεταγενέστερη διαδικασία.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ως δικαίωμα πρόσβασης σε λύση
Για οφειλές προς τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης, Δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς, ο εξωδικαστικός μηχανισμός του Ν. 4738/2020 αποτελεί κεντρικό εργαλείο συνολικής διαχείρισης. Ο οφειλέτης μπορεί να επιδιώξει μία ενιαία πρόταση ρύθμισης, αντί να διαπραγματεύεται αποσπασματικά με κάθε πιστωτή.
Η διαδικασία βασίζεται σε οικονομικά και περιουσιακά δεδομένα. Η πρόταση που μπορεί να προκύψει εξετάζει την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής και την αξία της περιουσίας, με δυνατότητα πολυετών δόσεων, οι οποίες για χρέη προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς μπορούν να φθάσουν έως τις 240. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προβλέπεται και διαγραφή μέρους της οφειλής, χωρίς αυτό να αποτελεί εγγύηση ή αυτόματο αποτέλεσμα κάθε αίτησης.
Το δικαίωμα πρόσβασης στον μηχανισμό δεν σημαίνει ότι κάθε αίτηση θα εγκριθεί ή ότι κάθε πρόταση είναι συμφέρουσα. Σημαίνει, όμως, ότι ο οφειλέτης έχει ένα θεσμικό πεδίο για να εξετάσει τη συνολική λύση των χρεών του. Η ορθή προετοιμασία της αίτησης είναι ουσιώδης, ιδίως όταν υπάρχουν συνυπόχρεοι, εγγυητές, επιχειρηματικές οφειλές ή ακίνητη περιουσία.
Προστασία απέναντι σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς
Πολλοί δανειολήπτες θεωρούν ότι η ύπαρξη χρέους οδηγεί άμεσα και αναπόφευκτα σε απώλεια περιουσίας. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η αναγκαστική εκτέλεση ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια και απαιτεί τήρηση τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων. Καταγγελία δανείου, διαταγή πληρωμής, επιταγή προς πληρωμή, κατάσχεση και πλειστηριασμός είναι ενέργειες που πρέπει να ελέγχονται χωριστά.
Ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων που του επιδίδονται και, όταν υπάρχουν νόμιμοι λόγοι, να ασκήσει τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Οι προθεσμίες είναι συχνά σύντομες. Η αναβολή της αξιολόγησης ενός εγγράφου επειδή «θα βρεθεί λύση αργότερα» μπορεί να στερήσει κρίσιμες δυνατότητες άμυνας.
Δεν υπάρχει γενική και αυτόματη προστασία κάθε κύριας κατοικίας. Υπάρχουν, όμως, ειδικές ρυθμίσεις και μηχανισμοί για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών, όπως οι ευάλωτοι οφειλέτες, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις. Η προστασία της κατοικίας απαιτεί εξατομικευμένο έλεγχο και δεν πρέπει να στηρίζεται σε παλαιές πληροφορίες ή σε γενικές υποσχέσεις.
Το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία
Όταν τα χρέη δεν είναι αντικειμενικά βιώσιμα, η πτώχευση φυσικού προσώπου ή επιχείρησης μπορεί να αποτελέσει νόμιμη λύση και όχι προσωπική αποτυχία. Ο Ν. 4738/2020 προβλέπει το πλαίσιο της απαλλαγής από οφειλές υπό προϋποθέσεις, δίνοντας τη δυνατότητα μιας πραγματικής δεύτερης ευκαιρίας μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας.
Η επιλογή αυτή έχει συνέπειες και δεν είναι κατάλληλη σε κάθε περίπτωση. Απαιτεί αξιολόγηση περιουσίας, εισοδημάτων, εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και του κινδύνου που αντιμετωπίζουν μέλη της οικογένειας ή συνυπόχρεοι. Για έναν οφειλέτη η βιώσιμη ρύθμιση μπορεί να είναι η σωστή διαδρομή. Για έναν άλλο, η αδυναμία αποπληρωμής μπορεί να καθιστά τη διαδικασία πτώχευσης και απαλλαγής πιο ρεαλιστική.
Ο εγγυητής δεν πρέπει να μένει εκτός σχεδιασμού
Στις δανειακές υποθέσεις, ο εγγυητής συχνά πληροφορείται την έκταση του κινδύνου όταν η οφειλή έχει ήδη επιδεινωθεί. Η ευθύνη του μπορεί να είναι σοβαρή και η ρύθμιση του πρωτοφειλέτη δεν συνεπάγεται πάντοτε ότι προστατεύεται αυτομάτως. Για τον λόγο αυτό, κάθε διαπραγμάτευση ή αίτηση ρύθμισης πρέπει να εξετάζει και τη θέση των εγγυητών, των συνοφειλετών και τυχόν εμπράγματων ασφαλειών.
Η έγκαιρη κοινή στρατηγική αποτρέπει αντιφάσεις και περιορίζει τον κίνδυνο να συμφωνηθεί μια λύση που μεταφέρει δυσανάλογο βάρος σε άλλο μέλος της οικογένειας ή σε συνεργάτη της επιχείρησης.
Πρακτικά βήματα πριν από την επόμενη κίνηση
Πριν απαντήσετε σε πρόταση servicer ή καταβάλετε ποσό χωρίς έλεγχο, συγκεντρώστε τη δανειακή σύμβαση, τις πρόσφατες επιστολές, τυχόν επιδόσεις, τις κινήσεις της οφειλής, τα φορολογικά στοιχεία και τα στοιχεία της περιουσίας σας. Η πλήρης εικόνα επιτρέπει να διαπιστωθεί αν υπάρχει περιθώριο εξωδικαστικής ρύθμισης, δικαστικής άμυνας ή λύσης μέσω του πλαισίου αφερεγγυότητας.
Μη θεωρείτε ότι μια τηλεφωνική πρόταση δεσμεύει οριστικά ή ότι η σιωπή δεν έχει συνέπειες. Ζητήστε τους όρους εγγράφως, ελέγξτε τη δυνατότητα τήρησής τους σε βάθος χρόνου και μην αφήσετε ανεξέλεγκτες τις προθεσμίες που αναγράφονται σε δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα.
Στη Savvidis & Keki Law Office, η αξιολόγηση κάθε φακέλου ξεκινά από τα πραγματικά δεδομένα και όχι από έτοιμες λύσεις. Όταν το χρέος πιέζει, η σωστή στιγμή για οργανωμένη νομική εκτίμηση είναι πριν η επιλογή περιοριστεί από μια χαμένη προθεσμία ή από μια ρύθμιση που δεν μπορεί να τηρηθεί.



































Σχόλια