
Νέες αλλαγές στον πτωχευτικό νόμο και οφειλέτες
- 15 Αυγ
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Οι νέες αλλαγές πτωχευτικού νόμου δεν αφορούν μόνο όσους έχουν ήδη αποφασίσει να πτωχεύσουν. Επηρεάζουν κάθε δανειολήπτη, επαγγελματία ή επιχείρηση που εξετάζει ρύθμιση οφειλών προς τράπεζες, servicers, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς «τι άλλαξε», αλλά ποια λύση παραμένει πραγματικά συμφέρουσα πριν χαθεί πολύτιμος χρόνος, περιουσία ή διαπραγματευτική δυνατότητα.
Ο ν. 4738/2020 έχει διαμορφώσει ένα ενιαίο πλαίσιο για την πρόληψη αφερεγγυότητας, τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, την πτώχευση και τη δεύτερη ευκαιρία. Οι μεταγενέστερες παρεμβάσεις και η πρακτική εφαρμογή του πλαισίου δίνουν μεγαλύτερο βάρος στις ηλεκτρονικές διαδικασίες, στην αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας του οφειλέτη και στην έγκαιρη υποβολή πλήρων στοιχείων. Αυτό κάνει τη σωστή προετοιμασία υπόθεσης πιο σημαντική από ποτέ.
Νέες αλλαγές στον πτωχευτικό νόμο: τι αλλάζει στην πράξη
Η βασική κατεύθυνση του ισχύοντος πλαισίου είναι σαφής: η οικονομική δυσκολία πρέπει να αντιμετωπίζεται νωρίς, με πλήρη εικόνα της περιουσίας, των εισοδημάτων και των συνολικών οφειλών. Η λογική αυτή απομακρύνεται από τις αποσπασματικές διαπραγματεύσεις και οδηγεί σε διαδικασίες όπου τα δεδομένα του οφειλέτη ελέγχονται συνολικά.
Στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, τα στοιχεία για δάνεια, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, εισοδήματα και ακίνητη περιουσία επηρεάζουν άμεσα την πρόταση ρύθμισης. Η δυνατότητα αποπληρωμής δεν κρίνεται μόνο από το σημερινό υπόλοιπο ενός δανείου. Συνεκτιμώνται η εμπορική αξία περιουσιακών στοιχείων, οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης, η οικογενειακή κατάσταση και η συνολική εικόνα χρέους.
Για τον οφειλέτη αυτό σημαίνει ότι μια αίτηση με ελλείψεις, λανθασμένα στοιχεία ή μη τεκμηριωμένες δαπάνες μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενέστερη αξιολόγηση. Δεν αρκεί η ηλεκτρονική υποβολή. Απαιτείται έλεγχος πριν από την υποβολή, ώστε η αίτηση να αποτυπώνει την πραγματική οικονομική κατάσταση και να μην αφήνει περιθώριο για παρερμηνείες.
Η ρύθμιση δεν είναι ίδια για όλους
Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός μπορεί να προσφέρει ενιαία αντιμετώπιση οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς και Δημόσιο. Για οφειλές προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, η διάρκεια αποπληρωμής μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να φτάσει έως και τις 240 δόσεις. Στις τραπεζικές οφειλές, το αποτέλεσμα εξαρτάται από το είδος του δανείου, τις εξασφαλίσεις, την αξία των ακινήτων και τη βιωσιμότητα της προτεινόμενης λύσης.
Μια μεγάλη διάρκεια δόσεων δεν είναι από μόνη της επιτυχία. Αν η μηνιαία καταβολή παραμένει υψηλότερη από αυτό που μπορεί να εξυπηρετηθεί σταθερά, η ρύθμιση κινδυνεύει να χαθεί. Αντίστοιχα, ένα ενδεχόμενο κούρεμα οφειλής πρέπει να αξιολογείται μαζί με τις συνέπειες για τις εμπράγματες εξασφαλίσεις, την κατοικία, την επαγγελματική περιουσία και τους εγγυητές.
Πτώχευση και δεύτερη ευκαιρία: η ουσία των αλλαγών
Η πτώχευση δεν αποτελεί απλή διαδικασία διαγραφής χρεών. Είναι δικαστική διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών, η οποία συνδέεται με τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας. Η απαλλαγή από τα υπόλοιπα χρέη, δηλαδή η δεύτερη ευκαιρία, έρχεται υπό προϋποθέσεις και δεν πρέπει να συγχέεται με την άμεση διατήρηση όλων των περιουσιακών στοιχείων.
Το πλαίσιο επιδιώκει να δώσει διέξοδο σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρηματίες που δεν μπορούν αντικειμενικά να επανέλθουν σε βιώσιμη εξυπηρέτηση των οφειλών τους. Η διάρκεια μέχρι την απαλλαγή μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τα δεδομένα της υπόθεσης, την ύπαρξη περιουσίας και τις ειδικές νόμιμες προϋποθέσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται ταχύτερη απαλλαγή, ενώ σε άλλες ο χρόνος είναι μεγαλύτερος.
Η διαφορά αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Καθορίζει αν η πτώχευση αποτελεί ρεαλιστική λύση ή αν προηγείται μια στοχευμένη προσπάθεια εξωδικαστικής ρύθμισης και διαπραγμάτευσης. Πριν ληφθεί απόφαση, πρέπει να αποτυπωθούν με ακρίβεια τα εξής: τι χρέη υπάρχουν, ποια ακίνητα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία διαθέτει ο οφειλέτης, αν υπάρχουν συνοφειλέτες ή εγγυητές και αν υπάρχουν εκκρεμείς κατασχέσεις, πλειστηριασμοί ή διαταγές πληρωμής.
Η κύρια κατοικία δεν προστατεύεται αυτόματα
Μία από τις πιο επικίνδυνες παρανοήσεις είναι ότι η ένταξη σε διαδικασία αφερεγγυότητας δημιουργεί αυτομάτως προστασία της κύριας κατοικίας. Ο παλαιός τρόπος σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η επίκληση οικονομικής αδυναμίας αρκεί για να ανασταλεί κάθε κίνδυνος, δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό πλαίσιο.
Υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις και μηχανισμοί για ευάλωτους οφειλέτες, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένα εισοδηματικά, περιουσιακά και οικογενειακά κριτήρια. Ωστόσο, η υπαγωγή δεν τεκμαίρεται. Χρειάζεται έλεγχος των προϋποθέσεων, έγκαιρη υποβολή των απαιτούμενων αιτήσεων και σωστή επιλογή διαδικασίας. Όταν έχει ήδη οριστεί πλειστηριασμός, κάθε καθυστέρηση περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.
Τι πρέπει να ελεγχθεί πριν από οποιαδήποτε αίτηση
Η επιλογή μεταξύ Εξωδικαστικού Μηχανισμού, διμερούς διαπραγμάτευσης, ανακοπής κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης ή πτώχευσης δεν μπορεί να γίνει με βάση ένα μόνο κριτήριο, όπως το ύψος του χρέους. Η σωστή στρατηγική ξεκινά από έλεγχο της πλήρους εικόνας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διασταύρωση των οφειλών. Συχνά υπάρχουν δάνεια που έχουν μεταβιβαστεί σε εταιρείες διαχείρισης, προσαυξήσεις προς το Δημόσιο, παλαιές εγγυήσεις ή οφειλές που εμφανίζονται διαφορετικά στα διαθέσιμα έγγραφα. Πριν από κάθε κίνηση, πρέπει να επιβεβαιωθούν τα ποσά, η νομική κατάσταση κάθε απαίτησης και τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί από τους πιστωτές.
Εξίσου καθοριστικό είναι να υπολογιστεί μια δόση που μπορεί να πληρώνεται όχι για δύο μήνες, αλλά σε βάθος χρόνου. Η ρύθμιση που αποτυγχάνει μετά την ένταξη συχνά επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση του οφειλέτη. Για επιχειρήσεις, η ανάλυση πρέπει να περιλαμβάνει και τις ταμειακές ροές, τις οφειλές από ΦΠΑ και εισφορές, τις εμπορικές υποχρεώσεις και την προσωπική ευθύνη των διοικούντων.
Πότε η πτώχευση είναι λύση και πότε όχι
Η πτώχευση μπορεί να είναι κατάλληλη όταν η αδυναμία πληρωμών είναι μόνιμη, όταν δεν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα διατήρησης μιας ρύθμισης και όταν η απαλλαγή από το μη εξυπηρετούμενο χρέος δημιουργεί προοπτική επανεκκίνησης. Μπορεί επίσης να αποτελέσει θεσμική λύση για μια επιχείρηση που έχει παύσει ουσιαστικά να λειτουργεί και δεν διαθέτει βιώσιμο σχέδιο συνέχισης.
Δεν είναι όμως η προφανής επιλογή σε κάθε περίπτωση. Αν υπάρχει σταθερό εισόδημα, επαρκής δυνατότητα δόσεων ή περιουσία που αξίζει να διατηρηθεί, μια στοχευμένη ρύθμιση μπορεί να προσφέρει καλύτερο αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει όταν υπάρχει περιθώριο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης με τράπεζα ή servicer, ιδίως αν το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει εξασφαλισμένο δάνειο και οφειλές προς το Δημόσιο.
Οι νέες αλλαγές του πτωχευτικού νόμου ενισχύουν την ανάγκη για εξατομικευμένη κρίση. Η ίδια διαδικασία δεν οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα για έναν μισθωτό με μία κατοικία, έναν ελεύθερο επαγγελματία με οφειλές σε ΕΦΚΑ και ΑΑΔΕ ή έναν μικρό επιχειρηματία με δάνεια, εγγυήσεις και εμπορικά ακίνητα.
Η έγκαιρη νομική αξιολόγηση δεν είναι πολυτέλεια όταν τα χρέη πιέζουν. Είναι ο τρόπος να γνωρίζετε, πριν από την επόμενη προθεσμία ή τον επόμενο πλειστηριασμό, ποια λύση προστατεύει περισσότερο τη θέση σας και ποιο κόστος συνεπάγεται κάθε επιλογή.



































Σχόλια